αναμισθώνω


αναμισθώνω
(Α ἀναμισθοῡμαι, -όομαι)
1. (για ιδιοκτήτες) μισθώνω εκ νέου, δίνω πάλι κάτι παίρνοντας ενοίκιο, ξαναμισθώνω
2. (για ενοικιαστές) νοικιάζω πάλι, παίρνω κάτι ξανά δίνοντας ενοίκιο, ξανανοικιάζω
(στα αρχ. σε χρ. το παθ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνά + μισθώνω.
ΠΑΡ. ἀναμίσθωσις νεοελλ. ἀναμισθωτής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναμισθώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος 1. παίρνω κάτι ξανά με νοίκι, ξανανοικιάζω: Αποφάσισε να αναμισθώσει το σπίτι για τρία χρόνια. 2. δίνω κάτι ξανά με νοίκι, ξανανοικιάζω: Αναμίσθωσε το διαμέρισμα που είχε για δυο χρόνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναμίσθωση — η (Α ἀναμίσθωσις) [ἀναμισθώνω] η εκ νέου μίσθωση, ανανέωση μισθώσεως, ξανανοίκιασμα …   Dictionary of Greek

  • αναμισθωτής — ο [αναμισθώνω] αυτός που κάνει αναμίσθωση*, είτε ως ιδιοκτήτης είτε ως ενοικιαστής …   Dictionary of Greek

  • αναμίσθωση — η το ξανανοίκιασμα (βλ. αναμισθώνω) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.